Συνολικά, 61 βρέφη εμφάνισαν και τις δύο καταστάσεις, δηλαδή περίπου το 5% του δείγματος. Η διαφορά ανάλογα με την κατανάλωση θαλασσινών ήταν αξιοσημείωτη: Στις μητέρες με τη χαμηλότερη πρόσληψη, κολικοί και έκζεμα συνυπήρχαν στο 5,9% των βρεφών, ενώ μεταξύ εκείνων με την υψηλότερη κατανάλωση το ποσοστό ήταν 2,7%.

Η μεσογειακή διατροφή στο μικροσκόπιο 

Δεν ήταν, όμως, μόνο τα ψάρια που τράβηξαν την προσοχή των ερευνητών. Όπως παρατήρησαν, όσο περισσότερο η συνολική διατροφή της εγκύου πλησίαζε στο μεσογειακό πρότυπο, με περισσότερα φρούτα, λαχανικά, ψάρια και προϊόντα ολικής άλεσης, τόσο χαμηλότερες ήταν οι πιθανότητες συνύπαρξης κολικών και εκζέματος στο μωρό.

Πιο συγκεκριμένα, κάθε επιπλέον βαθμός στην κλίμακα προσήλωσης στη μεσογειακή διατροφή συσχετίστηκε με περίπου 15% χαμηλότερες πιθανότητες εμφάνισης και των δύο προβλημάτων. Αντίθετα, μια διατροφή με υψηλότερο φλεγμονώδες δυναμικό συνδέθηκε με περίπου 30% υψηλότερες πιθανότητες για κάθε επιπλέον βαθμό της σχετικής κλίμακας. Οι συγκεκριμένες συσχετίσεις αφορούσαν κυρίως τη συνύπαρξη κολικών και εκζέματος και όχι την εμφάνιση καθεμιάς από τις δύο καταστάσεις ξεχωριστά.

Ως μια πιθανή εξήγηση, οι ερευνητές εξετάζουν τον ρόλο των ωμέγα-3 λιπαρών οξέων, τα οποία βρίσκονται σε σημαντικές ποσότητες στα ψάρια και διαθέτουν αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Αντίστοιχα, θεωρούν πιθανό ότι τα βρέφη που εμφανίζουν τόσο κολικούς όσο και έκζεμα μπορεί να έχουν κάποιο κοινό ανοσολογικό χαρακτηριστικό, αντί οι δύο καταστάσεις να εμφανίζονται εντελώς ανεξάρτητα. Πρόκειται, ωστόσο, για υπόθεση που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Τι σημαίνουν τα ευρήματα; 

Παρά τα ενδιαφέροντα αυτά συμπεράσματα, οι ερευνητές σημειώνουν ότι η μελέτη ήταν παρατηρητική και δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Ενισχύουν, ωστόσο, το επιστημονικό ενδιαφέρον γύρω από τη σχέση της διατροφής στην εγκυμοσύνη με την υγεία του βρέφους και προσθέτουν ακόμη ένα στοιχείο υπέρ ενός ισορροπημένου διατροφικού προτύπου κατά την κύηση.